Ο Nick Pinkerton χαρακτηρίζει την εκδοχή του Marcus Nispel και του Jason Momoa πάνω στον ήρωα του Robert E. Howard ως ένα έργο χωρίς συνοχή, χωρίς βάθος και χωρίς προσωπικότητα.
Η ταινία Conan the Barbarian (2011) ξεκινά με γέννηση μέσα στη μάχη. Ο μικρός Conan μεγαλώνει από τον πατέρα του, όμως βλέπει σύντομα τον θάνατό του από επιδρομείς. Μεγαλώνοντας, αναζητά εκδίκηση και συναντά την Tamara, μια γυναίκα που καταδιώκεται από τον σατανικό πολέμαρχο Khalar Zym και την μάγισσα κόρη του Marique. Θέλουν το βασιλικό της αίμα για να αποκτήσουν αθανασία. Ο Conan προσπαθεί να τους παγιδεύσει, μα η μαγεία της Marique τον σταματά. Όταν η Tamara αιχμαλωτίζεται, εισβάλλει στο φρούριό τους και τους αντιμετωπίζει σε μια τελική μάχη μέχρι θανάτου.
Σε αντίθεση με την επική εκδοχή του 1982 με τον Arnold Schwarzenegger, όπου ο Conan φαινόταν να κουβαλάει τη δύναμη και την τραγικότητα του μύθου, η νέα ταινία μοιάζει άδεια. Ο Momoa είναι επιβλητικός αλλά δεν έχει το βάρος ή τη μοναδικότητα του παλιού ήρωα. Ο κόσμος γύρω του δείχνει ψεύτικος, σχεδόν σαν συλλογή από φανταστικά καρτ-ποστάλ, ενώ η αφήγηση θυσιάζει την ουσία για χάρη εντυπωσιασμού.
Δες επίσης
Deadpool 2 2018
Deadpool 2 2018
Ο Marcus Nispel, γνωστός για remakes τρόμου, σκηνοθετεί ικανοποιητικά τις μάχες, αλλά χωρίς ψυχή ή πάθος. Η ταινία βασίζεται περισσότερο σε εφέ, αίμα και θόρυβο, παρά σε ιστορία ή χαρακτήρες που ενδιαφέρουν. Οι camp στιγμές – όπως η παράξενη σχέση πατέρα και κόρης ή οι πομπώδεις ατάκες – προσφέρουν λίγη διασκέδαση, αλλά δεν σώζουν το αποτέλεσμα.
Τελικά, το Conan the Barbarian (2011) αποτυγχάνει να ξαναδώσει ζωή στον θρυλικό πολεμιστή. Είναι ένα βαρύ και αδιάφορο reboot, που δείχνει εντυπωσιακό μόνο εξωτερικά, χωρίς την καρδιά και τη δύναμη που έκαναν τον παλιό Conan αξέχαστο.
Δες το trailer

